Τρίτη, 18 Φεβρουαρίου 2014

Το λεξικό της Χίου

Α
αταγιάντιστος : αυτός που δεν υποφέρεται ( ταγιαντώ : αντέχω )
άξαμος : μέτρο για τα παπούτσια
ακαμάτης : τεμπέλης
ανήψητος : (1) αυτός που δεν έχει μάθει να κάνει κάτι. Αυτός που δεν αντέχει τη δουλειά
αμάδα : λεπτή πλατιά πέτρα ( εν. μία αμά )
ασκέρι : πολύς κόσμος μαζεμένος . Χρησιμοποιείται και ο πληθ. ασκέρια. πχ. Είμαι εδώ με το ασκέρι μου.
αποζούρι : μικροκαμωμένο , ατροφικό
ατζακάς : ο αγγειοπλάστης
ακανεί : φτάνει
αναγκαίο : καμπινές
ανεφακάς ,ο : το πρόστιμο
αλαβέτα ,η : ο ανελκυστήρας
αποξετάρης ,ο : ο απέξω


Ββλάμα : χαζομάρα ( συν. Βλάψιμο ) πχ. Αυτός έχει βλάμα στο κεφάλι.
βεζούντα : κατσαρόλα
βεγγέρα : το ξενύχτι
βερβελίζω : κουράζομαι πχ. Τα βερβέλισα .( τα ‘παιξα )


Γ
γαβάθα : η πήλινη βαθιά λεκάνη
γούλα : η όρεξη ( επιθ. γουλαρμιστός )
πχ. Μια γούλα που έχει.
γούρνα ,η : ο νεροχύτης
γιουρούκης : αυτός που δεν συμβιβάζεται


Δ
δονά : εδώ
δεκατίζω : μουντζώνω
διαλιστήρα : η χτένα, τσατσάρα



Ε:,

Ζ

ζοχάδα : θυμός
ζουλαργιά ,η : η ζηλιάρα
Η:,

Θ
θερία : θυρίδα, ντουλάπι δίχως πόρτα μέσα στον τοίχο
Ι
ινταντούο : τι είναι αυτό
Κ
κρουσουμιά : η λιποθυμία
κάτα : η γάτα
κούφα ,η : το κοφίνι
κούφακας : ο βάτραχος
κωλοκούμπι ,το : η καρέκλα
κόρδα ,η : το δοκάρι στη μέση του σπιτιού
κακνί : μεταφορικά , ο αδύνατος πχ. Αδύνατος σαν κακνί.
καρκαλούσης : ο καρνάβαλος ( καρκαλούσοι ,οι : τα καρναβάλια )
καφαρτί ,το : το δεκατιανό
κάωμα ,το : στο πληθ. πιάτα, ποτήρια, κατσαρολικά
κούκος ,ο : ο σκούφος, το καπέλο
κατσούνι ,το : στριφτό μαχαίρι
κουτσουγιά : μεταφορικά το λίγο
κακοσορτιές : οι αναποδιές
κοφεύγω : αποφεύγω να κάνω κάτι πχ. Να μην κοφεύγετε.
κούρταλο : ξερό πχ. Τα ψωμιά κουρταλιάσανε.
κύρμιλης ,ο : ο ποντικός
κανεύω : στοχεύω ( συν. μοιρώνω )
κόξα ,η : η μέση , η ραχοκοκαλιά
καταμιτώνω : κουτσομπολεύω ( ουσ. το καταμίτωμα )
κουδούμεντο ,το : το μαγικό
Λ
λιβάι ,το : πλατεία ( στα Αρμόλια )
λόπαση ,η : λιποθυμία από τη ζέστη
λαζέτα ,η : κανονικό, ίσιο μαχαίρι
λυμπίζομαι : μου αρέσει, θαυμάζω
λιμασμένος : πεινασμένος
λαούμι ,το : εσωτερικός διάδρομος σπηλιάς


Μ
μαχμουρλής : ο αγουροξυπνημένος
μπούρμπουλας : πήλινο σταμνί με ένα χέρι
μπουσουλέτα , η : ο κουμπαράς
μπόξι : κατσαρόλι με ένα χέρι
μανίζω : νευριάζω ,θυμώνω ( ουσ. μάνισμα )
μαστραπάς , ο : η κανάτα
ματζαούρα , η : εκεί που τρώνε τα ζώα ( συνήθως η φάτνη )
μπούφα , η : η βρώμα
μεγιαούρα , η : το φάντασμα
μουζεφίρης , ο : ο ψεύτης
μουζαλιάς , ο : ο κακομοίρης
μπεζεβέγκης ,ο : αυτός που προσπαθεί να ξεγελάσει τον άλλον
μιρατζούες , οι : οι γύφτισσες
μπρίλα : κάτι το καθαρό πχ. Μπρίλα είναι το νερό.
μπασάτια , τα : (1) τα πράγματα ( συνήθως οι βαλίτσες ) (2) τα κουζινικά σκεύη
μακαράς , ο : το καρούλι
μοιρώνω : στοχεύω
μαντατεύω : προδίδω
μαργώνω : παγώνω πχ. Μάργωσαν τα χέρια μου.
μπουγάς , ο : το αρσενικό βόδι


Ν
νεσύρω : παίρνω νερό από το πηγάδι
Ξ
ξάτο , το : ταράτσα
ξεθερμώ : πλένω τα πιάτα
ξεροχαμνιέμαι : χασμουριέμαι
Ο
ορνιθοσκουτούφλι : αρρώστια των κοτών, μετ. αρρώστια των ματιών
οφτός : ψητός πχ. Οφτά ψάρια.
ούργιος : χαζός
οργίδια : ουρές ζώων
Π
πατασά ,η : η πλατεία στο Πυργί
πιάτσα ,η : η πλατεία στην Καλαμωτή
πυρομάχι ,το : το τζάκι
παγκέτα : καρέκλα
ποκορδίζομαι : τεντώνομαι μετά τον ύπνο
πούλουδο : λουλούδι , μετ. ειρωνικά για το καλός
πελεκίζω : τρώω
πουζού ,η : τσέπη
προστέλα ,η : η ποδιά
πούετι : πουθενά ( ή πούετα )
παρτικουλέρνω : υποστηρίζω
πιτσιθρώνι ,το : μικρό, λεπτοκαμωμένο
πιτούμι : μούσκεμα
παλατώνω : καθαρίζω καλά
πακιαρίζομαι : (1) ασχολούμαι με τα πάντα. Συναναστρέφομαι.
ποντίζω : γκρεμίζομαι
παρής ,ο : ο νονός
Ρ
ρέομαι : μου αρέσει κάτι πχ. Δεν θα σε ρέουνται οι άνθρωποι.
Σ
σκαλόθρυπα : τρύπες στα σπίτια
στράνιος : αυτός που δεν συμβιβάζεται ( συν. γιουρούκης )
στάνγκα : το σίδερο που κρατάει την πόρτα
σκορδαψούς : αρρώστια των ματιών των ζώων
σκάλεθρο : το σίδερο που τρίβουν τον φούρνο
σιλιμπουρές : οι αποσκευές
σίκλα , η : ο κουβάς
σημαντικά : καθαρά Ελληνικά ( συνήθως Αθηναίικα ) πχ. Μίλα μας σημαντικά .
συναγώι , το : σόι ,ράτσα , συγγενείς

Τ

τσαμούζα : ογκώδες αντικείμενο ( χρησιμοποιείται μεταφορικά )
τσουνιά : κλωτσιά ( συνήθως γαϊδάρου )
τζάρα : πιθάρι
τσανάτσα : κατσαρόλες , πιάτα , ποτήρια
ταγιαντώ : αντέχω
τσουκιά : καρπαζιά ( μετ. μεγάλος λογαριασμός )
τακίμι : ασορτί
τουρβάι , το : πάνινο σακουλάκι
Υ
Φ
φροκαλιά : σκούπα
φαίνω : πάω και έρχομαι
φουκλάρος , ο : το φουγάρο ( κυρίως καμινάδα )
Χ
χανικολός , ο : το μεγάλο κοφίνι
χλαπουρίζω : τρώω με λαιμαργία
Ψ
ψακί : δηλητήριο
Ω


Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Followers!!